Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Τα νιώσματα


«Τί ἐστιν ὅ μίαν ἔχον φωνὴν τετράπουν καὶ δίπουν καὶ τρίπουν γίνεται;».
Τα χειμωνιάτικα βράδια δίπλα στο τζάκι, όταν τέλειωναν τα παραμύθια της γιαγιάς και περιμέναμε να γυρίσει ο πατέρας από το καφενείο…. Το βράδυ σαν ξαπλώναμε στην στρωματσάδα και περιμέναμε τον ύπνο να μας κλείσει τα μάτια… Στις «γηργιόνης» , στα «γ’τουνιά» , στ’ «απουκρηγιώματα» και σε άλλες συναναστροφές , όχι μονάχα για να περάσει η ώρα, αλλά για πνευματική άσκηση , διασκέδαση και ψυχαγωγία , λέγαμε «νιώσματα ».
Με το αίνιγμα ζητούμε από τον άλλο να μας πει ποιο είναι ένα πράγμα, για το οποίο τού δίνουμε μια αλληγορική περιγραφή ή κάποιες διφορούμενες ιδιότητες. Η λύση ενός αινίγματος απαιτεί σκέψη, εξυπνάδα και πείρα. Είναι γνωστό το αίνιγμα που έλεγε η Σφίγγα στους περαστικούς και που μόνο ο Οιδίποδας μπόρεσε να λύσει : « Τι εστί ,ό τετράπουν και δίπουν και τρίπουν γίνεται ;»(Τι είναι αυτό που γίνεται με τέσσερα, με δυο και με τρία πόδια; - ο άνθρωπος).Αινίγματα λέγανε στα βυζαντινά χρόνια με θέματα θρησκευτικά ( π.χ. : Τις δις απέθανε και άπαξ εγεννήθη ; - ο Λάζαρος ).Στα νεοελληνικά χρόνια, όταν ακόμα τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις ήταν άγνωστα και τα έντυπα είδος πολυτελείας, τα νιώσματα δεν έλειπαν από καμιά συναναστροφή, ακόμα και στις ώρες που ξενυχτούσαν τον νεκρό. Σήμερα μονάχα σε περιοδικά για παιδιά και σε σταυρόλεξα μπορούμε να τα βρούμε.
Αξίζει, όμως, τον κόπο να θυμηθούμε μερικά αινίγματα ,από τα χρόνια εκείνα , στη ντοπιολαλιά του χωριού μου :
• Κάτου μες τουν πουταμό κάτι κούκους τσι λαλεί.
Για λαλεί, για δε λαλεί, του τσιφάλι του πουνεί.
(ο νερόμυλος )
• Μια βαρκούλα φουρτουμέν’ σι σπηλιά παγαίν’ τσι μπαίν’ .
(γεμάτο κουτάλι στο στόμα )
• Έχου ένα βαθύ π’γαδέλ’ τσι έχ’ άσπρα πιτραδέλια.
(το στόμα )
• Κάτου γη, πάνου ουρανός, μέσα κάτι ζουντανός.*
(η χελώνα )
• Σ’κώνου ένα πιτραδέλ’ βρίσκου ένα πραματέλ’.
Χέρια έχ’ πουδάρια έχ’, τσιφάλ’ τσι ουρά εν έχ’ .
(ο κάβουρας )
• Άλουγου νυχάτου, τριουπουδαράτου, *
μαυρουφόρους του καλτσέβγ’
κουτσ’νουφόρους του λαλεί .
(η πυροστιά, το τσουκάλι, η φωτιά )
• Του β’νό άσπρισι, η μύλους χάλασι,*
τα μακριγιά κουντίναν, τα δυο γίναν τρία.
(ο γέρος)
• Φίδι είδα μες του λάδ’ τσι είχι ήλιου στου τσιφάλ’.
(το καντήλι )
• Του ψάρι τρώει τη θάλασσα τσι η θάλασσα του ψάρι
τσι στου τσιφάλι του ψαριού τσινούργιους ήλιους λάμπει.
( το καντήλι )
• Ποιο είνι κείνου του πουλί, όπου γιννά απ’ τη μύτη,*
που ’χει φτιρά τσι δεν πιτά, τσι έχει τσι μαύρου σπίτι;
Τρεις του κρατούν, όταν γιννά μ’ αλήθεια πρώτα πίνει
Μαύρα τα κάνει τα πουλιά τσι πίσου του τ’ αφήνει.
Σι άσπρου κάμπου τα γιννά τσι ανθρουπινά μιλούνε ;
( η πέννα από φτερό )
• Γιατί σι πήρα, κόρη μου τσι δώκα τουν παρά μου;
Για να σι βάζου ανάσκιλη να κάνου τη δουλειά μου !
(η σκάφη)
• Ανοίγ’ του μαλλιαρό, τσι μπαίν’ του τιντουμένου .
( η μάλλινη κάλτσα, το πόδι)
• Ούλη μέρα τσιτουμέν’ τσι του βράδυ ζαρουμέν’ .
(η κάλτσα )
______________________________________________
Πρβλ. : Γιώργος Αλβανός : Το χωριό μου Βασιλικά Λέσβου
* Πρβλ.και :Σπυρίδωνος Αναγνώστου : Λεσβιακά, Εκδ. Πηγής, Αθήνα 1972

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου