Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

 
Νανουρίσματα και ταχταρίσματα


Μπορεί να ξεχάσαμε τις κούνιες που κρέμονταν από το ταβάνι του σπιτιού ή τις άλλες , τις στεριωμένες στο πάτωμα ,τα λίκνα , που μέσα τους γλυκοκοίμιζε η μάννα το μωρό της . Όμως στ’ αφτιά της ψυχής μας αντηχούν ακόμα τα τραγουδάκια που έλεγε νανουρίζοντας το μωρό της και που κλείνανε μέσα τους όλη την αγάπη, τη στοργή και την τρυφερότητα της καρδιάς της, τα νανουρίσματα . Μπορεί ακόμα να λησμονήσαμε τα πρώτα μας βήματα, τα πρώτα μας πέσε- σήκω, όμως κρατάμε στο νου και στην καρδιά μας τα τρυφερά λόγια της μάννας ή της γιαγιάς, όταν μας χόρευαν στα γόνατά τους και μας κανάκευαν με χίλια τρυφερά λογάκια , τα ταχταρίσματα ή κανακέματα.
Τα νανουρίσματα και τα ταχταρίσματα είναι ασύγκριτα στη σύλληψη και στη λογοτεχνική έκφραση ,με πλούσιες εικόνες, παρομοιώσεις και μεταφορές ,αληθινά στολίδια του δημοτικού λόγου.
Ας θυμηθούμε μαζί μερικά από αυτά που λέγανε οι μαννάδες του χωριού μου (στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα) :
Νανουρίσματα
Κοιμήσου, χαϊδιμένου μου, τσι ’γω σι νανουρίζου
Τσι ’γω την κούνια σου κουνώ τσι σι γλυκουκοιμίζου.
Κοιμήσου τσι παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου,
στη Βενετιά τα ρούχα σου τσι τα διαμαντικά σου.
Έλα,ύπνι, τσι πάρη του τσι πάλι φέρι μου το,
Γιατί θα ν’ έρθ’ η κύρης του να μι ρουτάει πού ’ ν’ το.
Κι στου σκουλειό του έστειλα γράμματα για να μάθει,
γράμματα τσι λογαριασμοί, γραμματικός να γίνει.
Έλα, ύπνι, τσι πάρι του τσι γλυκουκοίμησί του,
Μικρό-μικρό σου το ’δουσα, μιγάλου φέρι μι του.
Ψηλό- ψηλό τσι λυγιρό, ίσιου σαν κυπαρίσσι,
ν’ απλώσει τις φτιρούγις του σ’ Ανατουλή τσι Δύση.
Έλα , ύπνι, τσι πάρι του τσι πάνι του σ’ μπαχτσιέδις
τσι γέμισι τουν κόρφου του ρόδα τσι μινιξιέδις.
Πάνι του ’δω , πάνι του ’κει, πάνι του στα πιρβόλια
τσι γιόμισι τ’ς αγκάλις του γαρούφαλα τσι ρόδα.
Τα ρόδα να είν’ της μάννας του, τα ρόδα του κυρού του
τσι τα χρυσά τριαντάφυλλα να είνι του νουνού του.
Ου ύπνους θρέφει τα πιδιά τσι η γεια τα μιγαλώνει
τσι η Παναγιά η Δέσποινα τα καλουξημιρώνει.
Ου ύπνους θρέφει τα πιδιά τσι ου ήλιους τα μουσχάρια
τσι μένα του μουρέλι μου της μάννας του τα χάδια.
Κοιμάτι γ’ ήλιους στα βουνά, κοιμάτι στα λαγκάδια.
Κοιμάτι του μουρέλι μου μες τα μαργαριτάρια.
Κοιμάτι του μουρέλι μου, τρεις βίγλις θα του βάλου,
Τρεις βίγλις τρεις βιγλάτουρις τσι οι τρεις μαλαματένιις.
Κοιμάτι του μουρέλι μου τσι πώς να του ξυπνήσου.
Θα πάρου διαμαντόπιτρις να του πιτρουβουλήσου.
Νάνι του ρήγα του πιδί, του βασιλιά τ’ αγγόνι,
του νανουρίζει η μάννα του τσι κείνου καμαρώνει.
Νάνι που το ’σπειρε αϊτός τσι που το γέννα κόρη
τσι που το τσοιλουπόνισι μια πέρδικα απ’ τα όρη.
Έλα, ύπνι, απ’ τη Χιο, να κοιμήσις τουν υγιό.
Έλα, ύπνι, απ’ την Πάτρα, γλυκουκήμισι την πάπια.
________________________________
Βλ.Γιώργος Αλβανός : Το χωριό μου Βασιλικά Λέσβου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου