Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

George Alvanos κοινοποίησε τη δημοσίευσή του.





Του πουδαρ’κό

Καλή μέρα τσι τ’ Αγιού Βασ’λειού!Γεια, χαρά τσι γηρουσύν’ , (1)
ούλου μάλαμα τσι ασήμ’ !Σίδηρου απάνου, σίδηρου κάτου, σίδηρου τσι γοι αθρώπ’ που ’νι μέσα !Στάρια πουλλά, κθάρια πουλλά, ηλιές πουλλές !Σα που ’νι του ρόδ’ γημάτου να ’νι τσι του σπίτ’ γημάτου !Σα που βαρεί του σίδηρου να ’ νι βαριά τσι τ’ πατέρα μ’ η κισέ …(2)
Τα λόγια στριφογύριζαν επίμονα στο μυαλό του δεκάχρονου αγοριού όλη τη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς και δεν το άφηναν να κλείσει μάτι. Έπρεπε να σηκωθεί χαράματα να πάει να φέρει « τ’ αμίλ’του του νηρό» (3) και να κάνει « του πουδαρ’κό του σπιτιού» . Αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι δα και μικρό πράμα! Σ’ αυτόν είχε πέσει η δραχμή στο κόψιμο της βασιλόπιτας και σίγουρα ήταν ο τυχερός του σπιτιού. Στο δικό του ποδαρικό στήριζε τις ελπίδες της για μια καλή χρονιά ολόκληρη η οικογένεια. Η υγεία όλων, οι δουλειές του πατέρα, το κάρπισμα των χωραφιών, κρίνονταν από το πόσο γούρικο θα ήταν το ποδαρικό του. Όχι να μην πάει κάτι καλά και να σου λένε ύστερα πως εσύ ήσουν ο γουρσούζης ! Με τέτοια έγνοια είναι δυνατό να κλείσεις μάτι ;
Σηκώθηκε μόνος από τα μαύρα μεσάνυχτα, χωρίς να περιμένει να τον φωνάξει η μάννα, όπως γινόταν κάθε πρωί μόλις χτυπούσε η καμπάνα για το σχολείο. Κατέβηκε στο κατεβατό (4) . Μέσα στη γωνιά (5) το δισκάκι
με το ποτήρι το κονιάκ ,την πλατσιέντα (6) και τα κουρμάδια (7) ήταν απείραχτα. Ο Αϊ – Βασίλης δε θα ’ρθε για να κεραστεί. Γι’ αυτό δε θα ’πρεπε να ξεχάσει να πάρει μαζί του το κομμάτι της βασιλόπιτας, που είχε ξεχωρίσει ο πατέρας για τον Άγιο, και να το αφήσει πάνω στη βρύση τώρα που θα πήγαινε να φέρει το αμίλητο νερό. Πήρε του κ’μάρ’ (8) και πήγε να ξεμανταλώσει την πόρτα. Στο σίδερο (9) κρεμόταν ο τρουβάς με όλα τα χρειαζούμενα για το ποδαρικό. Έσφιξε καλά τα χείλη, μην τυχόν κι άθελά του μιλήσει σε κανέναν στο δρόμο, κι άνοιξε την πόρτα.
Όταν γύρισε, οι άλλοι είχαν ξυπνήσει, μα δεν είχαν ακόμα σηκωθεί από το στρώμα. Περίμεναν να κάνει πρώτα το ποδαρικό. Ξεκρέμασε από το μάνταλο της πόρτας τον τρουβά και με συγκίνηση και σοβαρότητα ανάλογη με την επισημότητα της στιγμής, μικρός ιερουργός , άρχισε τη μεγάλη ιεροτελεστία του ποδαρικού :
Μετά το καλημέρισμα – Καλή μέρα τσι τ’ Αγιού Βασ’λειού …- , βγάζει
από τον τρουβά ένα – ένα τα αντικείμενα του ποδαρικού , τα ρίχνει στο πάτωμα , και με φωνή όσο γίνεται πιο στέρεη και καθάρια, εκφωνεί στο καθένα την αντίστοιχη ευχή :
Στο σφυρί : Σίδηρου απάνου, σίδηρου κάτου, σίδηρου τσι γοι αθρώπ’ που ’νι μέσα…
Στο ψωμί : Στάρια πουλλά, κθάρια πουλλά, ψουμιά πουλλά …
Στο ρόδι : Σα που ’νι του ρόδ’ γημάτου, να ’νι τσι του σπίτ’ γημάτου…
Στο κλαδί της ελιάς: ηλιές πουλλές…
Στην πέτρα : Σα που τσ’λά η πέτρα, να τσ’λήσ’ τσι η χρόνους …
Με την τελευταία ευχή βγάζει στεναγμό ανακούφισης. Τα είπε όλα, χωρίς τίποτα να ξεχάσει !Ακούει την ευχή της μάννας-«τσι τ’ χρόν’ ,γιε μ’!»- και σκέφτεται πως τούτη η χρονιά σίγουρα θα ’ναι πιο ευτυχισμένη από τις άλλες ! Το ποδαρικό του ήταν καλό. Η νονά του ,του Βασ’λούδ’, είχε να το λέει και κάθε Πρωτοχρονιά δεν ξεμαντάλωνε την πόρτα ,αν δεν πήγαινε πρώτα εκείνος να κάνει το ποδαρικό στο σπίτι της. Ακόμα προχτές, που πήγε να φιλήσει το χέρι της για να μεταλάβει (10) του φώναζε μέχρι την πόρτα : « Τ’ Αγιού Βασ’λειού να μη ξηχάγ’ς να ’ρτ’ς για του πουδαρ’κό ! ».Χαρούμενος ,άρπαξε τη φούσκα από τον μ’νούχο, που είχε σφάξει ο πατέρας, και με ανάλαφρη καρδιά πήρε δρόμο για την εκκλησία,να προλάβει να « φουρέσ’» . Σήμερα θα πήγαινε μόνος. Η αδερφή του, κοπέλα πια δεκαοχτώ χρονών, που τον κρατούσε κάθε Κυριακή από το χέρι και πήγαιναν μαζί στην εκκλησιά, τούτη τη μέρα δε θα ερχόταν.
Εκείνη είχε τις δικές της έγνοιες. Από τα χτες το βράδυ, την ώρα που οι άντρες του σπιτιού έλειπαν στα καφενεία κι έπαιζαν πλακάκια και τριάντα ένα, μελέτησε με το φύλλο της ελιάς αν εκείνος την αγαπά κι αν θα ερχόταν να της κάνει το ποδαρικό. Σάλιωσε το φύλλο, το έριξε στα τραβηγμένα κάρβουνα του τζακιού και μουρμούρισε : «Άμα μ’ αγαπά, να π’δήξ’ τσι να βρουντήξ’…Άμα δε μ’ αγαπά, να ψ’τει να μαραθεί τσι στου φούρνου να καγεί…».Και το φύλλο φούσκωσε, πήδησε και βρόντηξε πάνω στην πυρωμένη στάχτη , σημάδι πως εκείνος την αγαπούσε και πως θα ερχόταν να της κάνει το ποδαρικό. Μια φορά το χρόνο είναι αυτό. « Του κουπηλ΄ρ’ σ’ » (11) μπορεί να έρθει και στο σπίτι σου ακόμα, να του μιλήσεις άφοβα, να το κεράσεις με τα ίδια σου τα χέρια. Κανείς δεν μπορεί να σε κακολογήσει γι’ αυτό. Σήμερα η πόρτα είναι ανοιχτή ακόμα και στον εχθρό σου…
Εβδομάδες ολόκληρες η κοπέλα ζούσε με την προσμονή τούτης της ώρας. Στόλισε τις γλαστρούλες με τη φακή, το βίκο και τα κουκιά. Όλο το Σαραντάμερο τις πότιζε και τις φύλαγε στην πιο σκοτεινή γωνιά του σπιτιού και τώρα τις καμάρωνε με τα ασπροκίτρινα φυλλαράκια τους. Κρέμασε τις φωτογραφίες κοντά στον καθρέφτη. Από το καλοκαίρι μάζευε καρπούς και φύλλα από αγριολούλουδα και τώρα τα έντυσε με χρυσόχαρτα για να στολίσει τα κάδρα .Έβαλε στον καναπέ τα πιο καλά μαξιλάρια, στον δίσκο τον ακριβότερο μαστραπά (12).Όλα ήταν έτοιμα για την ώρα του ποδαρικού.
Τα φώτα στην αγορά χαμηλώνουν , τα μαγαζιά κλείνουν. Στα γειτονικά σπίτια ακούγονται κιόλας οι πρώτες παρέες : « Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία …».Ευχές δίνουν και παίρνουν. Οι λάμπες πλησιάζουν στα παράθυρα ,για να φέξουν τον δρόμο. Η μια παρέα φεύγει, η άλλη έρχεται. Σήμερα το σπίτι είναι ανοιχτό, ακόμα και για τον εχθρό σου…
Αραδιασμένα τα παλικάρια στον καναπέ ,μέσα στην καλή κάμαρα, λένε τον Αϊ – Βασίλη :
…Και το ραβδί που ήταν ξερό, χλωρά βλαστάρια πέτα
-Κι απάνω στα βλαστάρια της-ερωτικά είν’ τα μάτια της-
πέρδικες κελαηδούσαν…Τι γλυκά που τραγουδούσαν !
Δεν ήταν μόνο πέρδικες,-γαριφαλιές λεβέντικες-
μόν’ και περιστεράκια, μαύρα μου γλυκά ματάκια…
Πόσο αλλιώτικο νόημα παίρνουν τα λόγια στο στόμα των παλικαριών ! σκέφτεται η κοπέλα. Γιατί αυτή σίγουρα εννοούν πως είναι η πέρδικα, η κόκκινη βιολέτα, τα περιστεράκια, τα μαύρα γλυκά ματάκια .Αυτή βέβαια έπρεπε να πάρει τον δίσκο και να κεράσει, αφού τα παλικάρια τραγουδούν:
Έχεις μια κόρην όμορφη, βάλε την να κεντήσει
κι απά στα πέντε δάχτυλα ποτήρι να γυρίσει…
Και καθώς με χέρια που τρέμουν κερνά τα παλικάρια, σκέφτεται πως ναι, το τραγούδι μπορεί να λέει :
Έχεις μια κόρην έμορφη γραμματικός τη θέλει.
Αν είναι και γραμματικός,πολλά προικιά γυρεύει.
Γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα,
γυρεύει και τη Βενετιά μ’ όλα της τα παλάτια …,
μα το δικό τις κουπηλάρ’ δεν είναι γραμματικός και δε γυρεύει αμπέλια και χωράφια, παρά μονάχα εκείνη και την ευχή των γονιών της. Ποιος
ξέρει…Το ποδαρικό μπορεί να είναι καλό… Ο Αϊ – Βασίλης έφερνε - τότε – σ’ όλους την ευτυχία ...
Γλωσσάρι
1. η γηρουσύν’ : το να είναι κανείς γερός, υγιής
2. η κισέ :η σακούλα που φυλάγονται χρήματα, το πουγκί
3. τ’ αμίλ’του του νηρό :νερό με μαγικές ιδιότητες. Αυτός που το μεταφέρει δεν πρέπει να μιλήσει σε κανέναν, γιατί τότε χάνει τις ιδιότητές του αυτές. Χρησιμοποιείται στον κλήδονα και στο ποδαρικό.
4. το κατεβατό : ισόγειο δωμάτιο του σπιτιού
5. η γωνιά : το τζάκι
6. η πλατσιέντα : παραδοσιακό γλύκισμα, γνωστό από την αρχαιότητα. Γίνεται από λεπτά φύλλα ζύμης ( πλακούντες ).Οι δίπλες.
7. τα κουρμάδια : τα μελομακάρονα
8. του κ’μάρ’ : το κουμάρι, πήλινο σταμνί
9. το σίδερο : μακρύ μάνταλο της εξώπορτας
10. φιλώ χέρια : τα παιδιά πριν κοινωνήσουν φιλούσαν τα χέρια των μεγάλων, που τους έδιναν φιλοδωρήματα.
11. του κουπηλάρ’: το αγόρι, ο αγαπημένος
12. ο μαστραπάς : είδος κανάτας
_____________________________________
Γιώργος Αλβανός : Από το βιβλίο του «Το χωριό μου Βασιλικά Λέσβου »

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου